Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plaire
01
αρέσω, ευχαριστώ
susciter de l'agrément ou de l'intérêt chez quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plairai
ενεστώτα μετοχή
plaisant
παθητική μετοχή
plu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plaisions
Παραδείγματα
Ce film me plaît beaucoup.
Αρέσει αυτή η ταινία μου αρέσει πολύ.
02
απολαμβάνω
éprouver du plaisir ou de l'agrément dans une situation ou avec quelqu'un
Παραδείγματα
Je me plais beaucoup dans cette ville.
Απολαμβάνω πολύ αυτή την πόλη.
03
αρέσονται ο ένας στον άλλον, νιώθουν αμοιβαία έλξη
ressentir de l'affection ou de l'attirance mutuelle
Παραδείγματα
Ils se plaisent depuis plusieurs mois.
Τους αρέσουν ο ένας στον άλλο εδώ και αρκετούς μήνες.



























