Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plaire
01
αρέσω, ευχαριστώ
susciter de l'agrément ou de l'intérêt chez quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plais
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plaisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plairai
ενεστώτα μετοχή
plaisant
παθητική μετοχή
plu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plaisions
Παραδείγματα
Le nouveau design ne me plaît pas.
Ο νέος σχεδιασμός δεν μου αρέσει.
02
απολαμβάνω
éprouver du plaisir ou de l'agrément dans une situation ou avec quelqu'un
Παραδείγματα
Ils se plaisent lors des voyages ensemble.
Απολαμβάνουν κατά τη διάρκεια των ταξιδιών μαζί.
03
αρέσονται ο ένας στον άλλον, νιώθουν αμοιβαία έλξη
ressentir de l'affection ou de l'attirance mutuelle
Παραδείγματα
Les invités se plaisent lors de cette soirée.
Les invités se plaisent κατά τη διάρκεια αυτής της βραδιάς.



























