Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le plaisir
[gender: masculine]
01
ευχαρίστηση, απόλαυση
sensation agréable ou sentiment de bonheur
Παραδείγματα
Il trouve du plaisir dans les petites choses de la vie.
Βρίσκει ευχαρίστηση στα μικρά πράγματα της ζωής.
02
ευχαρίστηση, απόλαυση
activité ou loisir qui procure du bonheur ou de la détente
Παραδείγματα
Faire du vélo en famille est un plaisir partagé.
Το ποδήλατο με την οικογένεια είναι μια κοινή ευχαρίστηση.
03
ευχαρίστηση, απόλαυση
sensation de satisfaction ou d'agrément, particulièrement dans un contexte sexuel
Παραδείγματα
Le plaisir peut renforcer les liens dans un couple.
Η ευχαρίστηση μπορεί να ενισχύσει τους δεσμούς σε ένα ζευγάρι.



























