Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le plaisir
01
ευχαρίστηση, απόλαυση
sensation agréable ou sentiment de bonheur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
plaisirs
Παραδείγματα
Elle éprouve du plaisir à lire des romans.
Αισθάνεται ευχαρίστηση διαβάζοντας μυθιστορήματα.
02
ευχαρίστηση, απόλαυση
activité ou loisir qui procure du bonheur ou de la détente
Παραδείγματα
Aller au parc est un plaisir pour les enfants.
Το πηγαίνω στο πάρκο είναι μια ευχαρίστηση για τα παιδιά.
03
ευχαρίστηση, απόλαυση
sensation de satisfaction ou d'agrément, particulièrement dans un contexte sexuel
Παραδείγματα
Le plaisir est une partie importante d'une relation intime.
Η ευχαρίστηση είναι ένα σημαντικό μέρος μιας οικείας σχέσης.



























