Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plaisanter
01
αστειεύομαι, πλάκα κάνω
faire des remarques amusantes ou se comporter de manière légère pour faire rire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plaisante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plaisantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plaisanterai
ενεστώτα μετοχή
plaisantant
παθητική μετοχή
plaisanté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plaisantions
Παραδείγματα
Il aime plaisanter avec ses collègues.
Του αρέσει να αστειεύεται με τους συναδέλφους του.



























