plaisanter
plaisanter
plɛzɑ̃te
plezaate
plaisancier

Ορισμός και σημασία του "plaisanter"στα γαλλικά

plaisanter
01

αστειεύομαι, πλάκα κάνω

faire des remarques amusantes ou se comporter de manière légère pour faire rire 
plaisanter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plaisante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plaisantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plaisanterai
ενεστώτα μετοχή
plaisantant
παθητική μετοχή
plaisanté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plaisantions
Παραδείγματα
Il aime plaisanter avec ses collègues. 

Του αρέσει να αστειεύεται με τους συναδέλφους του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store