Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plaisanter
01
αστειεύομαι, πλάκα κάνω
faire des remarques amusantes ou se comporter de manière légère pour faire rire
Παραδείγματα
Ils plaisantaient en attendant le bus.
Αστειεύονταν ενώ περίμεναν το λεωφορείο.



























