Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
plaisanter
01
αστειεύομαι, πλάκα κάνω
faire des remarques amusantes ou se comporter de manière légère pour faire rire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
plaisante
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
plaisantons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
plaisanterai
ενεστώτα μετοχή
plaisantant
παθητική μετοχή
plaisanté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
plaisantions
Παραδείγματα
Ils plaisantaient en attendant le bus.
Αστειεύονταν ενώ περίμεναν το λεωφορείο.



























