Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
piocher
01
σκάβω, ανασκάπτω
utiliser une pioche ou un outil similaire pour retourner, casser ou déplacer la terre
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pioche
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
piochons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
piocherai
παθητική μετοχή
pioché
α΄ πληθυντικό παρατατικού
piochions
Παραδείγματα
Il pioche le sol pour préparer le potager.
Σκάβει το έδαφος για να προετοιμάσει τον λαχανόκηπο.
02
τραβάω, παίρνω
tirer ou sélectionner une carte dans un jeu pour l'ajouter à sa main
Παραδείγματα
Il pioche une carte au début de son tour.
Τραβάει μια κάρτα στην αρχή της σειράς του.



























