Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pierre
[gender: feminine]
01
πέτρα, βράχος
matière dure et solide qui compose la croûte terrestre, utilisée en construction ou comme objet naturel
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La pierre précieuse est très rare et coûteuse.
Ο πολύτιμος λίθος είναι πολύ σπάνιος και ακριβός.
02
Πιέρ
prénom masculin courant en français
Παραδείγματα
Pierre aime voyager et découvrir de nouveaux pays.
Ο Πιέρ του αρέσει να ταξιδεύει και να ανακαλύπτει νέες χώρες.



























