Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
picoler
01
πίνω αλκοόλ, μεθώ
boire de l'alcool (souvent en grande quantité)
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
picole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
picolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
picoleai
ενεστώτα μετοχή
picolant
παθητική μετοχή
picolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
picolions
Παραδείγματα
Ils ont passé la soirée à picoler dans le bar.
Πέρασαν το βράδυ πίνωντας στο μπαρ.



























