picoler
Pronunciation
/pikɔlˈe/

Ορισμός και σημασία του "picoler"στα γαλλικά

picoler
01

πίνω αλκοόλ, μεθώ

boire de l'alcool (souvent en grande quantité)
picoler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
picole
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
picolons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
picoleai
ενεστώτα μετοχή
picolant
παθητική μετοχή
picolé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
picolions
Παραδείγματα
Il picole depuis midi, il est complètement ivre.
Πίνει από το μεσημέρι, είναι εντελώς μεθυσμένος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store