pessimiste
pe
pe
ssi
si
si
miste
mɪst
mist

Ορισμός και σημασία του "pessimiste"στα γαλλικά

pessimiste
01

απαισιόδοξος, αρνητικός

qui a tendance à voir le côté négatif des choses et à s'attendre au pire 
pessimiste definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pessimiste
συγκριτικός βαθμός
plus pessimiste
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pessimiste
αρσενικό πληθυντικό
pessimistes
θηλυκό ενικό
pessimiste
θηλυκό πληθυντικό
pessimistes
Παραδείγματα
Il est pessimiste et s'inquiète toujours pour l'avenir. 

Είναι απαισιόδοξος και ανησυχεί πάντα για το μέλλον.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store