Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
persévérant
01
επίμονος, σταθερός
qui continue ses efforts malgré les difficultés
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus persévérant
συγκριτικός βαθμός
plus persévérant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
persévérant
αρσενικό πληθυντικό
persévérants
θηλυκό ενικό
persévérante
θηλυκό πληθυντικό
persévérantes
Παραδείγματα
Un sportif persévérant s' entraîne tous les jours sans relâche.
Ένας επίμονος αθλητής προπονείται κάθε μέρα ασταμάτητα.



























