la persévérance
persévérance
pɛʁsevɛʁɑ̃s
perseveraas

Ορισμός και σημασία του "persévérance"στα γαλλικά

La persévérance
01

επιμονή, εγκαρτέρηση

capacité à continuer un effort malgré les difficultés ou les obstacles 
la persévérance definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Sa persévérance lui a permis de réussir ses études. 

Η επιμονή του του επέτρεψε να πετύχει στις σπουδές του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store