Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La persuasion
01
πειθώ, προτροπή
action de convaincre ou d'amener quelqu'un à accepter une idée
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La persuasion est importante dans les négociations.
Η πειθώ είναι σημαντική στις διαπραγματεύσεις.
02
πεποίθηση, πιστεύω
croyance ou conviction forte en quelque chose
Παραδείγματα
Sa persuasion dans la réussite l'a motivé à travailler dur.
Η πειθώ του στην επιτυχία τον παρακίνησε να δουλέψει σκληρά.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
persuasion
persuade



























