Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La peine
01
θλίψη, πόνος
sentiment de tristesse ou de souffrance morale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle ressent beaucoup de peine après la disparition de son chat.
Αισθάνεται πολύ θλίψη μετά την εξαφάνιση της γάτας της.
02
προσπάθεια, κόπος
effort ou travail difficile pour accomplir quelque chose
Παραδείγματα
Il a réussi son projet après beaucoup de peine.
Ολοκλήρωσε το έργο του μετά από πολλή προσπάθεια.
03
τιμωρία, ποινή
sanction ou punition imposée pour un acte répréhensible
Παραδείγματα
Il a reçu une peine pour avoir enfreint la loi.
Έλαβε ποινή για παράβαση του νόμου.



























