Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La peine
[gender: feminine]
01
θλίψη, πόνος
sentiment de tristesse ou de souffrance morale
Παραδείγματα
Elle partage sa peine avec ses amis proches.
Μοιράζεται τη θλίψη της με τους στενούς της φίλους.
02
προσπάθεια, κόπος
effort ou travail difficile pour accomplir quelque chose
Παραδείγματα
Elle accepte la peine pour atteindre ses objectifs.
Αποδέχεται την προσπάθεια για να επιτύχει τους στόχους της.
03
τιμωρία, ποινή
sanction ou punition imposée pour un acte répréhensible
Παραδείγματα
La peine pour tricherie est sévère dans cette école.
Η ποινή για απάτη είναι αυστηρή σε αυτό το σχολείο.



























