la pauvreté
pauv
pov
pov
reté
ʁte
rte

Ορισμός και σημασία του "pauvreté"στα γαλλικά

01

φτώχεια

état de manque des ressources nécessaires pour vivre décemment 
la pauvreté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pauvretés
Παραδείγματα
La pauvreté touche des millions de personnes dans le monde. 

Η φτώχεια επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store