la pauvreté
Pronunciation
/povʀəte/

Ορισμός και σημασία του "pauvreté"στα γαλλικά

01

φτώχεια

état de manque des ressources nécessaires pour vivre décemment
la pauvreté definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pauvretés
Παραδείγματα
Les programmes sociaux visent à réduire la pauvreté.
Τα κοινωνικά προγράμματα στοχεύουν στη μείωση της φτώχειας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store