Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La pauvreté
01
φτώχεια
état de manque des ressources nécessaires pour vivre décemment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
pauvretés
Παραδείγματα
Les programmes sociaux visent à réduire la pauvreté.
Τα κοινωνικά προγράμματα στοχεύουν στη μείωση της φτώχειας.



























