passionné
pass
pas
πασ
io
γο
nné
ne
νε
stationnerpassionner

Ορισμός και σημασία του "passionné"στα γαλλικά

passionné
01

παθιασμένος, ενθουσιώδης

qui éprouve un fort enthousiasme ou amour pour quelque chose 
passionné definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus passionné
συγκριτικός βαθμός
plus passionné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
passionné
αρσενικό πληθυντικό
passionnés
θηλυκό ενικό
passionnée
θηλυκό πληθυντικό
passionnées
θεματικό πεδίο
émotion, intérêt, personnalité
Παραδείγματα
Il est passionné de musique classique. 

Είναι παθιασμένος με την κλασική μουσική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store