Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le passage
01
διάδρομος, προσπέρασμα
chemin ou voie permettant de passer d'un endroit à un autre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
passages
Παραδείγματα
Le passage entre les bâtiments est étroit.
Ο διάδρομος μεταξύ των κτιρίων είναι στενός.
02
απόσπασμα, κομμάτι
portion ou extrait d'un texte ou d'un livre
Παραδείγματα
J'ai lu un passage intéressant dans ce roman.
Διάβασα ένα ενδιαφέρον απόσπασμα σε αυτό το μυθιστόρημα.
Λεξικό Δέντρο
repassage
passage



























