Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
participer
01
συμμετέχω, λαμβάνω μέρος
prendre part à une activité ou un événement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
participe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
participons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
participerai
ενεστώτα μετοχή
participant
παθητική μετοχή
participé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
participions
Παραδείγματα
Tu veux participer à la discussion ?
Θέλεις να συμμετάσχεις στη συζήτηση;
02
συμμετέχω, είμαι ενεργός
agir ou être actif dans une activité ou un projet
Παραδείγματα
Vous participez souvent.
Συμμετέχετε συχνά.
03
συμμετέχω, μοιράζομαι
être impliqué ou avoir une part dans quelque chose
Παραδείγματα
Ils participent aux coûts de la réparation.
Συμμετέχουν στα κόστη της επισκευής.



























