participer
participer
paʁt͡sisipe
partsisipe

Ορισμός και σημασία του "participer"στα γαλλικά

participer
01

συμμετέχω, λαμβάνω μέρος

prendre part à une activité ou un événement 
participer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
participe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
participons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
participerai
ενεστώτα μετοχή
participant
παθητική μετοχή
participé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
participions
Παραδείγματα
Je vais participer à la réunion demain. 

Θα συμμετάσχω στη συνάντηση αύριο.

02

συμμετέχω, είμαι ενεργός

agir ou être actif dans une activité ou un projet 
participer definition and meaning
Παραδείγματα
Tu dois participer davantage en classe. 

Πρέπει να συμμετέχεις περισσότερο στην τάξη.

03

συμμετέχω, μοιράζομαι

être impliqué ou avoir une part dans quelque chose 
Παραδείγματα
Il participe aux responsabilités de l'équipe. 

Συμμετέχει στις ευθύνες της ομάδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store