Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
participer
01
συμμετέχω, λαμβάνω μέρος
prendre part à une activité ou un événement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
participe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
participons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
participerai
ενεστώτα μετοχή
participant
παθητική μετοχή
participé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
participions
Παραδείγματα
Je vais participer à la réunion demain.
Θα συμμετάσχω στη συνάντηση αύριο.
02
συμμετέχω, είμαι ενεργός
agir ou être actif dans une activité ou un projet
Παραδείγματα
Tu dois participer davantage en classe.
Πρέπει να συμμετέχεις περισσότερο στην τάξη.
03
συμμετέχω, μοιράζομαι
être impliqué ou avoir une part dans quelque chose
Παραδείγματα
Il participe aux responsabilités de l'équipe.
Συμμετέχει στις ευθύνες της ομάδας.



























