Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parler
01
μιλώ, ομιλώ
exprimer des idées, des sentiments ou des informations oralement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
parlons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
parlerai
ενεστώτα μετοχή
parlant
παθητική μετοχή
parlé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
parlions
Παραδείγματα
Ils parlent toujours de politique.
Πάντα μιλούν για πολιτική.
Le parler
01
ομιλία, λόγος
le fait de parler, en tant qu'acte physique ou communication verbale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le parler en public demande de la confiance.
Το να μιλάς δημόσια απαιτεί αυτοπεποίθηση.
02
ομιλία, γλώσσα
manière propre à une personne, un groupe ou une région de s'exprimer oralement
Παραδείγματα
Le parler populaire utilise beaucoup d' expressions imagées.
Η ομιλία του λαού χρησιμοποιεί πολλές ζωντανές εκφράσεις.



























