parler
par
paʁ
par
ler
le
le
parerparleurperlerparier

Ορισμός και σημασία του "parler"στα γαλλικά

parler
01

μιλώ, ομιλώ

exprimer des idées, des sentiments ou des informations oralement 
parler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
parle
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
parlons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
parlerai
ενεστώτα μετοχή
parlant
παθητική μετοχή
parlé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
parlions
Παραδείγματα
Je parle français et anglais. 

Εγώ μιλάω γαλλικά και αγγλικά.

01

ομιλία, λόγος

le fait de parler, en tant qu'acte physique ou communication verbale 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le parler est un moyen de communication essentiel. 

Το μιλάω είναι ένα βασικό μέσο επικοινωνίας.

02

ομιλία, γλώσσα

manière propre à une personne , un groupe ou une région de s'exprimer oralement 
Παραδείγματα
Le parler des jeunes est souvent influencé par l'argot. 

Ο τρόπος ομιλίας των νέων επηρεάζεται συχνά από την αργκό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store