Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le parcours
01
διαδρομή, μονοπάτι
chemin ou trajet suivi pour aller d'un point à un autre
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parcours
Παραδείγματα
Nous avons changé de parcours à cause des travaux.
Αλλάξαμε διαδρομή λόγω των εργασιών.
02
διαδρομή, κύκλος
terrain ou circuit prévu pour une activité sportive
Παραδείγματα
Ils ont reconnu le parcours avant la compétition.
Εξέτασαν την διαδρομή πριν από τον αγώνα.
03
γύρος, φάση
séquence ou étape d'une compétition ou d'un jeu, représentant une partie d'un ensemble
Παραδείγματα
Elle a perdu au deuxième parcours du match.
Έχασε στον δεύτερο γύρο του αγώνα.



























