Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La parcelle
01
οικόπεδο, αγροτεμάχιο
petite portion de terre agricole ou constructible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
parcelles
Παραδείγματα
Il cultive une parcelle de 2 hectares.
Καλλιεργεί ένα οικόπεδο 2 εκταρίων.
02
σωματίδιο, ελάχιστο τμήμα
très petite partie d'un tout (souvent invisible ou difficile à séparer)
Παραδείγματα
Une parcelle de poussière endommagea le mécanisme.
Ένα σωματίδιο σκόνης υπέστη βλάβη στον μηχανισμό.



























