la parcelle
parc
paʁk
park
elle
ɛl
el
paumelle

Ορισμός και σημασία του "parcelle"στα γαλλικά

01

οικόπεδο, αγροτεμάχιο

petite portion de terre agricole ou constructible 
la parcelle definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
parcelles
Παραδείγματα
Il cultive une parcelle de 2 hectares. 

Καλλιεργεί ένα οικόπεδο 2 εκταρίων.

02

σωματίδιο, ελάχιστο τμήμα

très petite partie d'un tout (souvent invisible ou difficile à séparer) 
Παραδείγματα
Une parcelle de poussière endommagea le mécanisme. 

Ένα σωματίδιο σκόνης υπέστη βλάβη στον μηχανισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store