le parasol
Pronunciation
/paʀasɔl/

Ορισμός και σημασία του "parasol"στα γαλλικά

01

ομπρέλα, παρασόλ

objet qui protège du soleil, composé d'une toile tendue sur un support
le parasol definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
parasols
Παραδείγματα
Le vent a fait tomber notre parasol hier.
Ο άνεμος αναποδογύρισε την ομπρέλα μας χθες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store