palper
Pronunciation
/palpe/

Ορισμός και σημασία του "palper"στα γαλλικά

palper
01

ψηλαφώ, αισθάνομαι

toucher quelque chose avec les mains pour examiner ou sentir
palper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
palpe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
palpons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
palperai
ενεστώτα μετοχή
palpant
παθητική μετοχή
palpé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
palpions
Παραδείγματα
Elle a palpé le visage du bébé pour s' assurer qu' il allait bien.
Αυτή ψηλάφισε το πρόσωπο του μωρού για να βεβαιωθεί ότι είναι καλά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store