Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
palper
01
ψηλαφώ, αισθάνομαι
toucher quelque chose avec les mains pour examiner ou sentir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
palpe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
palpons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
palperai
ενεστώτα μετοχή
palpant
παθητική μετοχή
palpé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
palpions
Παραδείγματα
Elle a palpé le visage du bébé pour s' assurer qu' il allait bien.
Αυτή ψηλάφισε το πρόσωπο του μωρού για να βεβαιωθεί ότι είναι καλά.



























