Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La palourde
[gender: feminine]
01
αχιβάδα, κυδώνι
mollusque bivalve vivant dans le sable ou la vase, comestible et souvent utilisé en cuisine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
palourdes
Παραδείγματα
Cette recette nécessite des palourdes fraîches.
Αυτή η συνταγή απαιτεί φρέσκα αχιβάδια.



























