ovationner
o
ɔ
ο
vat
vas
βασ
io
jɔ
γο
nner
ne
νε
déchiffrermultiplierrottweilerpopularité

Ορισμός και σημασία του "ovationner"στα γαλλικά

ovationner
01

χειροκροτώ ενθουσιωδώς, ζητωκραυγάζω

applaudir vivement quelqu'un, acclamer avec enthousiasme 
ovationner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ovationne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ovationnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ovationnerai
παθητική μετοχή
ovationné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ovationnions
Παραδείγματα
Le public a ovationné l'acteur à la fin de la pièce. 

Το κοινό χειροκρότησε θερμά τον ηθοποιό στο τέλος της παράστασης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store