ovationner
Pronunciation
/ɔvasjɔnˈe/

Ορισμός και σημασία του "ovationner"στα γαλλικά

ovationner
01

χειροκροτώ ενθουσιωδώς, ζητωκραυγάζω

applaudir vivement quelqu'un, acclamer avec enthousiasme
ovationner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ovationne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ovationnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ovationnerai
παθητική μετοχή
ovationné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ovationnions
Παραδείγματα
Ils ont ovationné le réalisateur lors du festival.
Χειροκρότησαν θερμά τον σκηνοθέτη στο φεστιβάλ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store