Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ovationner
01
χειροκροτώ ενθουσιωδώς, ζητωκραυγάζω
applaudir vivement quelqu'un, acclamer avec enthousiasme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ovationne
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
ovationnons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
ovationnerai
παθητική μετοχή
ovationné
α΄ πληθυντικό παρατατικού
ovationnions
Παραδείγματα
Ils ont ovationné le réalisateur lors du festival.
Χειροκρότησαν θερμά τον σκηνοθέτη στο φεστιβάλ.



























