l'orfèvrerie
orfèvrerie
ɔʁfɛvʁəʁi
awrfevrēri

Ορισμός και σημασία του "orfèvrerie"στα γαλλικά

01

χρυσοχοΐα, κατεργασία πολύτιμων μετάλλων

fabrication et décoration d'objets en métaux précieux,  souvent à des fins artistiques ou utilitaires 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'atelier est spécialisé dans l'orfèvrerie de luxe. 

Το εργαστήριο ειδικεύεται στην πολυτελή χρυσοχοΐα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store