Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'orfèvrerie
01
χρυσοχοΐα, κατεργασία πολύτιμων μετάλλων
fabrication et décoration d'objets en métaux précieux, souvent à des fins artistiques ou utilitaires
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
L'atelier est spécialisé dans l'orfèvrerie de luxe.
Το εργαστήριο ειδικεύεται στην πολυτελή χρυσοχοΐα.



























