l'oreiller
Pronunciation
/ɔʀeje/

Ορισμός και σημασία του "oreiller"στα γαλλικά

L'oreiller
[gender: masculine]
01

μαξιλάρι, μαξιλάρι κεφαλιού

coussin utilisé pour reposer la tête pendant le sommeil
l'oreiller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
oreillers
Παραδείγματα
Cet oreiller est fait en plumes.
Αυτό το μαξιλάρι είναι φτιαγμένο από πούπουλα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store