Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ordonné
01
τακτοποιημένος, οργανωμένος
qui est organisé, méthodique et bien arrangé
Παραδείγματα
Les vêtements dans son armoire sont ordonnés par couleur.
Τα ρούχα στην ντουλάπα της είναι ταξινομημένα ανά χρώμα.



























