ordonné
Pronunciation
/ɔʀdɔne/

Ορισμός και σημασία του "ordonné"στα γαλλικά

01

τακτοποιημένος, οργανωμένος

qui est organisé, méthodique et bien arrangé
ordonné definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ordonné
συγκριτικός βαθμός
plus ordonné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ordonné
αρσενικό πληθυντικό
ordonnés
θηλυκό ενικό
ordonnée
θηλυκό πληθυντικό
ordonnées
Παραδείγματα
Les vêtements dans son armoire sont ordonnés par couleur.
Τα ρούχα στην ντουλάπα της είναι ταξινομημένα ανά χρώμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store