Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ordonné
01
τακτοποιημένος, οργανωμένος
qui est organisé, méthodique et bien arrangé
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ordonné
συγκριτικός βαθμός
plus ordonné
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ordonné
αρσενικό πληθυντικό
ordonnés
θηλυκό ενικό
ordonnée
θηλυκό πληθυντικό
ordonnées
Παραδείγματα
Les vêtements dans son armoire sont ordonnés par couleur.
Τα ρούχα στην ντουλάπα της είναι ταξινομημένα ανά χρώμα.



























