Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obéir
01
υπακούω, παρακολουθώ
agir conformément aux ordres, aux règles ou aux instructions de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
obéis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
obéissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
obéirai
παθητική μετοχή
obéi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
obéissions
Παραδείγματα
Les enfants doivent obéir à leurs parents.
Τα παιδιά πρέπει να υπακούουν στους γονείς τους.
02
υπακούω
se conformer à une loi, une règle ou un principe
Παραδείγματα
Il faut obéir aux règles de la circulation.
Πρέπει να υπακούς στους κανόνες κυκλοφορίας.



























