obéir
obéir
ɔbeɪʁ
awbeir
punirkéfirrugirrégir

Ορισμός και σημασία του "obéir"στα γαλλικά

obéir
01

υπακούω, παρακολουθώ

agir conformément aux ordres, aux règles ou aux instructions de quelqu'un 
obéir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
obéis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
obéissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
obéirai
παθητική μετοχή
obéi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
obéissions
Παραδείγματα
Les enfants doivent obéir à leurs parents. 

Τα παιδιά πρέπει να υπακούουν στους γονείς τους.

02

υπακούω

se conformer à une loi, une règle ou un principe 
Παραδείγματα
Il faut obéir aux règles de la circulation. 

Πρέπει να υπακούς στους κανόνες κυκλοφορίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store