Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obéir
01
υπακούω, παρακολουθώ
agir conformément aux ordres, aux règles ou aux instructions de quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
obéis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
obéissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
obéirai
παθητική μετοχή
obéi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
obéissions
Παραδείγματα
Elle obéit toujours sans poser de questions.
Αυτή πάντα υπακούει χωρίς να κάνει ερωτήσεις.
02
υπακούω
se conformer à une loi, une règle ou un principe
Παραδείγματα
Elle obéit toujours aux consignes de sécurité au travail.
Αυτή πάντα υπακούει στις οδηγίες ασφαλείας στην εργασία.



























