obéir
Pronunciation
/ɔbeˈiʁ/

Ορισμός και σημασία του "obéir"στα γαλλικά

obéir
01

υπακούω, παρακολουθώ

agir conformément aux ordres, aux règles ou aux instructions de quelqu'un
obéir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
obéis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
obéissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
obéirai
παθητική μετοχή
obéi
α΄ πληθυντικό παρατατικού
obéissions
Παραδείγματα
Elle obéit toujours sans poser de questions.
Αυτή πάντα υπακούει χωρίς να κάνει ερωτήσεις.
02

υπακούω

se conformer à une loi, une règle ou un principe
Παραδείγματα
Elle obéit toujours aux consignes de sécurité au travail.
Αυτή πάντα υπακούει στις οδηγίες ασφαλείας στην εργασία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store