Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
obtus
01
ανόητος, αργόστροφος
qui comprend lentement, qui manque de vivacité d'esprit ou d'intelligence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus obtus
συγκριτικός βαθμός
plus obtus
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
obtus
αρσενικό πληθυντικό
obtus
θηλυκό ενικό
obtuse
θηλυκό πληθυντικό
obtuses
Παραδείγματα
Il est trop obtus pour saisir l'ironie.
Είναι πολύ αμβλύς για να καταλάβει την ειρωνεία.
02
αμβλύς, βαρετός
qui forme un angle ouvert, plus grand qu'un angle droit
Παραδείγματα
Un triangle obtus a un angle supérieur à 90 degrés.
Ένα αμβλυγώνιο τρίγωνο έχει γωνία μεγαλύτερη από 90 μοίρες.



























