Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nuire
01
βλάπτω, ζημιώνω
causer du tort ou un effet négatif à quelqu'un ou quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nuisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nuirai
ενεστώτα μετοχή
nuisant
παθητική μετοχή
nui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nuisions
Παραδείγματα
Il ne voulait pas nuire à sa réputation.
Δεν ήθελε να βλάψει τη φήμη του.



























