nuire
Pronunciation
/nɥiʀ/

Ορισμός και σημασία του "nuire"στα γαλλικά

01

βλάπτω, ζημιώνω

causer du tort ou un effet négatif à quelqu'un ou quelque chose
nuire definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nuis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nuisons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nuirai
ενεστώτα μετοχή
nuisant
παθητική μετοχή
nui
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nuisions
Παραδείγματα
Il ne voulait pas nuire à sa réputation.
Δεν ήθελε να βλάψει τη φήμη του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store