Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nommer
01
διορίζω, ορίζω
donner officiellement une fonction ou un poste à quelqu'un
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nomme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nommons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nommerai
ενεστώτα μετοχή
nommant
παθητική μετοχή
nommé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nommions
Παραδείγματα
Le gouvernement a nommé plusieurs ambassadeurs.
Η κυβέρνηση διόρισε πολλούς πρέσβεις.



























