nommer
nommer
nɔme
nawme

Ορισμός και σημασία του "nommer"στα γαλλικά

nommer
01

διορίζω, ορίζω

donner officiellement une fonction ou un poste à quelqu'un 
nommer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
nomme
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
nommons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
nommerai
ενεστώτα μετοχή
nommant
παθητική μετοχή
nommé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
nommions
Παραδείγματα
Le président a nommé un nouveau ministre. 

Ο πρόεδρος διόρισε έναν νέο υπουργό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store