la norme
Pronunciation
/nɔʀm/

Ορισμός και σημασία του "norme"στα γαλλικά

01

κανονισμός, πρότυπο

règle ou critère établi pour garantir la qualité ou l'uniformité
la norme definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
normes
Παραδείγματα
La norme ISO définit les exigences pour la qualité.
Το πρότυπο ISO ορίζει τις απαιτήσεις για την ποιότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store