Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La norme
[gender: feminine]
01
κανονισμός, πρότυπο
règle ou critère établi pour garantir la qualité ou l'uniformité
Παραδείγματα
La norme ISO définit les exigences pour la qualité.
Το πρότυπο ISO ορίζει τις απαιτήσεις για την ποιότητα.



























