Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noircir
01
μαυρίζω, σκοτεινιάζω
rendre noir ou plus sombre, ou devenir noir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
noircis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
noircissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
noircirai
ενεστώτα μετοχή
noircissant
παθητική μετοχή
noirci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
noircissions
Παραδείγματα
Le ciel se noircit avant l' orage.
Ο ουρανός σκοτεινιάζει πριν από τη θύελλα.
02
s'enivrer, devenir ivre
old use
Παραδείγματα
Les poètes maudits aimaient se noircir au vin rouge.
03
αμαυρώνω, δυσφημώ
présenter quelque chose ou quelqu'un sous un jour défavorable
Παραδείγματα
Il a noirci le tableau pour justifier sa décision.
Μαύρισε την εικόνα για να δικαιολογήσει την απόφασή του.



























