Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
noircir
01
μαυρίζω, σκοτεινιάζω
rendre noir ou plus sombre, ou devenir noir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
noircis
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
noircissons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
noircirai
ενεστώτα μετοχή
noircissant
παθητική μετοχή
noirci
α΄ πληθυντικό παρατατικού
noircissions
Παραδείγματα
La fumée a noirci les murs de la cuisine.
Ο καπνός μαύρισε τους τοίχους της κουζίνας.
02
s'enivrer, devenir ivre
παλαιά χρήση
Παραδείγματα
Les marins se sont noircis au rhum toute la nuit.
03
αμαυρώνω, δυσφημώ
présenter quelque chose ou quelqu'un sous un jour défavorable
Παραδείγματα
Le journal a noirci la réputation du politicien.
Η εφημερίδα μαύρισε τη φήμη του πολιτικού.



























