Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
net
01
καθαρός, αγνός
pur, sans mélange ou déduction
Παραδείγματα
Il a versé le montant net après déduction des impôts.
Πλήρωσε το καθαρό ποσό μετά την αφαίρεση των φόρων.
02
σαφής, ξεκάθαρος
clair, précis et facile à voir ou à comprendre
Παραδείγματα
Le message est net et facile à comprendre.
Το μήνυμα είναι σαφές και εύκολο να κατανοηθεί.



























