Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
net
01
καθαρός, αγνός
pur, sans mélange ou déduction
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus net
συγκριτικός βαθμός
plus net
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
net
αρσενικό πληθυντικό
nets
θηλυκό ενικό
nette
θηλυκό πληθυντικό
nettes
Παραδείγματα
Le salaire net est indiqué sur le bulletin de paie.
Ο καθαρός μισθός αναγράφεται στην απόδειξη μισθοδοσίας.
02
σαφής, ξεκάθαρος
clair, précis et facile à voir ou à comprendre
Παραδείγματα
L'image est nette sur l'écran.
Η εικόνα είναι καθαρή στην οθόνη.



























