net
net
nɛt
νετ
settêtefretsept

Ορισμός και σημασία του "net"στα γαλλικά

01

καθαρός, αγνός

pur, sans mélange ou déduction 
net definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus net
συγκριτικός βαθμός
plus net
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
net
αρσενικό πληθυντικό
nets
θηλυκό ενικό
nette
θηλυκό πληθυντικό
nettes
θεματικό πεδίο
finance, quantité, qualité
Παραδείγματα
Le salaire net est indiqué sur le bulletin de paie. 

Ο καθαρός μισθός αναγράφεται στην απόδειξη μισθοδοσίας.

02

σαφής, ξεκάθαρος

clair, précis et facile à voir ou à comprendre 
net definition and meaning
Παραδείγματα
L'image est nette sur l'écran. 

Η εικόνα είναι καθαρή στην οθόνη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store