Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La nervosité
[gender: feminine]
01
νευρικότητα, ανησυχία
état d'agitation ou d'irritation causé par le stress ou la colère
Παραδείγματα
La nervosité augmente avant un examen important.
Η νευρικότητα αυξάνεται πριν από ένα σημαντικό εξέταση.



























