la nervosité
Pronunciation
/nɛʀvozite/

Ορισμός και σημασία του "nervosité"στα γαλλικά

01

νευρικότητα, ανησυχία

état d'agitation ou d'irritation causé par le stress ou la colère
la nervosité definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La nervosité augmente avant un examen important.
Η νευρικότητα αυξάνεται πριν από ένα σημαντικό εξέταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store