nerveux
ner
nɛʁ
ner
veux
vø
veu

Ορισμός και σημασία του "nerveux"στα γαλλικά

01

νευρικός, ανήσυχος

qui est facilement excité, agité ou tendu 
nerveux definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus nerveux
συγκριτικός βαθμός
plus nerveux
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nerveux
αρσενικό πληθυντικό
nerveux
θηλυκό ενικό
nerveuse
θηλυκό πληθυντικό
nerveuses
θεματικό πεδίο
émotion, comportement, santé
Παραδείγματα
Elle est toujours nerveuse avant un examen. 

Είναι πάντα νευρική πριν από μια εξέταση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store