Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
navrant
01
θλιβερός, οδυνηρός
qui cause une grande déception ou tristesse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus navrant
συγκριτικός βαθμός
plus navrant
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
navrant
αρσενικό πληθυντικό
navrants
θηλυκό ενικό
navrante
θηλυκό πληθυντικό
navrantes
Παραδείγματα
Cette erreur navrante aurait pu être évitée.
Αυτό το navrante λάθος θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.



























