nauséabond
nauséabond
nozeabɔ̃
nozeabaw

Ορισμός και σημασία του "nauséabond"στα γαλλικά

nauséabond
01

δυσώδης, βρωμερός

qui dégage une odeur très désagréable 
nauséabond definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus nauséabond
συγκριτικός βαθμός
plus nauséabond
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nauséabond
αρσενικό πληθυντικό
nauséabonds
θηλυκό ενικό
nauséabonde
θηλυκό πληθυντικό
nauséabondes
Παραδείγματα
L'air dans cette pièce est nauséabond. 

Ο αέρας σε αυτό το δωμάτιο είναιβρωμερός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store