Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
national
01
εθνικός, κρατικός
qui concerne l'État ou qui appartient à une nation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
national
αρσενικό πληθυντικό
nationaux
θηλυκό ενικό
nationale
θηλυκό πληθυντικό
nationales
θεματικό πεδίο
politique, géographie, identité
Παραδείγματα
L'aéroport national se trouve près de la ville.
Το εθνικό αεροδρόμιο βρίσκεται κοντά στην πόλη.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
multinational
national
nation
nat



























