national
Pronunciation
/nasjɔnal/

Ορισμός και σημασία του "national"στα γαλλικά

01

εθνικός, κρατικός

qui concerne l'État ou qui appartient à une nation
national definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
national
αρσενικό πληθυντικό
nationaux
θηλυκό ενικό
nationale
θηλυκό πληθυντικό
nationales
Παραδείγματα
Le journal national publie des informations quotidiennes.
Η εθνική εφημερίδα δημοσιεύει καθημερινές πληροφορίες.

Λεξικό Δέντρο

multinational
national
nation
nat
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store