la nature
Pronunciation
/natyʀ/

Ορισμός και σημασία του "nature"στα γαλλικά

La nature
[gender: feminine]
01

φύση, φυσικό περιβάλλον

ensemble des éléments vivants et non vivants qui forment le monde naturel
la nature definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
natures
Παραδείγματα
La nature est essentielle à notre survie.
Η φύση είναι απαραίτητη για την επιβίωσή μας.
02

φύση, ουσία

caractéristique fondamentale ou essence d'une chose
Παραδείγματα
La nature de la relation est importante.
Η φύση της σχέσης είναι σημαντική.
01

φυσικός, απλός

sans ajout ni saveur, simple
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus nature
συγκριτικός βαθμός
plus nature
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
nature
αρσενικό πληθυντικό
nature
θηλυκό ενικό
nature
θηλυκό πληθυντικό
nature
Παραδείγματα
Il mange du riz nature avec son repas.
Τρώει απλό ρύζι με το γεύμα του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store