le mécanicien
Pronunciation
/mekanisjɛ̃/

Ορισμός και σημασία του "mécanicien"στα γαλλικά

Le mécanicien
01

μηχανικός, τεχνικός μηχανικός

personne qui répare et entretient les machines, surtout les voitures
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
mécaniciens
Παραδείγματα
Le mécanicien a trouvé la panne facilement.
Ο μηχανικός βρήκε εύκολα τη βλάβη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store