la muse
muse
mʏz
μüζ
musée

Ορισμός και σημασία του "muse"στα γαλλικά

01

μούσα, έμπνευση

personne dont la présence ou la personnalité stimule la création d'un artiste 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
muses
Παραδείγματα
Elle est la muse d'un célèbre photographe. 

Είναι η μούσα ενός διάσημου φωτογράφου.

02

μούσα, έμπνευση

chacune des neuf déesses de la mythologie grecque liées aux arts et aux sciences 
Παραδείγματα
Les Muses présidaient à la poésie et à la musique. 

Οι Μούσες προέδρευαν της ποίησης και της μουσικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store