la musique
mu
my
my
sique
zɪk
zik

Ορισμός και σημασία του "musique"στα γαλλικά

01

μουσική, μουσική

art des sons organisés dans le temps pour créer une harmonie ou un rythme 
la musique definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
musiques
Παραδείγματα
J'aime écouter de la musique classique. 

Μου αρέσει να ακούω κλασική μουσική.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store