la musculation
mus
mys
μυσ
cu
ky
κυ
la
la
λα
tion
sjɔ̃
σγο

Ορισμός και σημασία του "musculation"στα γαλλικά

La musculation
01

άρση βαρών, σωματοδόμηση

activité physique pour renforcer les muscles 
la musculation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Elle fait de la musculation trois fois par semaine. 

Κάνει σωματοδόμηση τρεις φορές την εβδομάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store