Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multiplier
01
πολλαπλασιάζω, αυξάνω
augmenter de manière significative ou répétée
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
multiplie
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
multiplions
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
multiplierai
ενεστώτα μετοχή
multipliant
παθητική μετοχή
multiplié
α΄ πληθυντικό παρατατικού
multipliions
Παραδείγματα
Un diplôme multiplie les chances de trouver un emploi.
Ένα πτυχίο πολλαπλασιάζει τις πιθανότητες εύρεσης εργασίας.
02
πολλαπλασιάζω, αυξάνω
effectuer l'opération mathématique consistant à additionner un nombre autant de fois qu'un autre nombre l'indique
Παραδείγματα
Multipliez 6 par 4 pour obtenir 24.
Πολλαπλασιάστε το 6 με το 4 για να πάρετε 24.
03
πολλαπλασιάζω, αντιγράφω
produire en plusieurs exemplaires , reproduire
Παραδείγματα
Cette machine permet de multiplier les documents rapidement.
Αυτή η μηχανή επιτρέπει τον πολλαπλασιασμό των εγγράφων γρήγορα.
04
πολλαπλασιάζω, αυξάνω
devenir plus nombreux , augmenter en quantité
Παραδείγματα
Les problèmes se multiplient depuis quelques mois.
Τα προβλήματα πολλαπλασιάζονται εδώ και λίγους μήνες.
05
πολλαπλασιάζομαι, αναπαράγομαι
se reproduire, augmenter en nombre par reproduction biologique
Παραδείγματα
Les bactéries se multiplient rapidement en milieu chaud.
Τα βακτήρια πολλαπλασιάζονται γρήγορα σε ζεστά περιβάλλοντα.



























